Thursday, April 11, 2013
Ιn a room in central Athens
Saturday, August 20, 2011
In Between / Ταλάντευση
Mr. Nietzsche / Ο κύριος Νίτσε
Wednesday, April 27, 2011
ΤΟ ΕΡΩΤΙΚΟ ΤΟΥ ΑΙΜΙΛΙΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΔΗ ΚΑΙ ΤΗΣ ΛΕΫΛΑ ΟΖΤΟΥΡΚ (The Books' Journal, τεύχος 7, Μάιος 2011)
Monday, May 26, 2008
Che Il Mediterraneo Sia
πως οι πτυχές του μυαλού σου είναι ακόμα για μένα
ένα μυστήριο μεστό για εξερεύνηση.
Δεν πρόλαβα να σου πω πως ο λογαριασμός λήγει και πρέπει να τον πληρώσουμε!
Πως τα ψώνια θα έρθουν στις 2 και μήπως μπορείς να περάσεις να πάρεις ένα μπουκάλι γάλα που μας λείπει;
Πως τα πρώτα τραγούδια που ακούσαμε μαζί είναι ακόμα καινούργια
και πως δεν έχουμε βάψει ακόμα το σπίτι
- ούτε αυτό που υπάρχει
-ούτε εκείνο που θα 'ρχόταν
Δεν πρόλαβα να σου πω πως σ'ευχαριστώ για τα σιδερωμένα ρούχα μου
και πως τα λουλουδάκια μας έπιασαν επιτέλους,
ρίζωσαν αγάπη.
Πως, τώρα που το γόνατό σου έγιανε,
θα πάρουμε καινούργιο ποδήλατο για τις βόλτες μας
πάνω, κάτω και γύρω από την Ακρόπολη.
Δεν πρόλαβα να σου πω
πως η Αθήνα μοσχοβολά επειδή είσαι μέσα της
και πως όλες οι άλλες πόλεις είναι άδειες, γελοίες και ανισόρροπες.
Δεν πρόλαβα.
Να σου πω.
Πως έχω φυλάξει τόσα χρόνια για μας
που, πια, κανείς άλλος δε χωράει μέσα τους.
Monday, May 05, 2008
Ο λογιστής
Για δες, μάνα, πώς κυλούνε τα χρόνια
κουβάρια κλωστές
σ’ ανήλιαγα περιθώρια.
Πώς τρίζει ο κόσμος γύρω σου
σε κάθε βήμα
μες τη σιωπή που βασιλεύει πριν το τέλος.
Χαλασμένα παραθυρόφυλλα οι μνήμες
κρέμονται απ΄τους μεντεσέδες του μυαλού.
Κι η ζωή αλήτης άπατρις
κι αστείο βρώμικο, πνιγηρό κι ιδρωμένο
απρεπές για το ξεραμένο χώμα της γης.
Για δες τις ώρες που γίνονται λάμες
και πέφτουν μία μία
σχίζοντας τον αέρα με τον αιχμηρό τους ήχο.
Πώς η Γη συρρικνώνεται σ’ένα δωμάτιο
κι οι τοίχοι γίνονται ήπειροι
και οι κουρτίνες θάλασσες
κι ο κόσμος σιγεί απ’ έξω
σα χάρτινο σκηνικό.
Να μπορούσα, μάνα, να προσθέσω
λίγα χρόνια ακόμα
στο λογαριασμό σου.
Απ’το πουγκί να έβγαζα
παρτίδες φυλαγμένες.
Σου φύλαξα τ’απογεύματα και τα πρωινά
που έχασες σαν κοιμόσουν.
Thursday, January 17, 2008
Βάπτιση
μες τη λαμπρή λιακάδα
που μπαίνει στο δωμάτιο δεσμίδες,
φιλτραρισμένη απ’ τις σίτες των παραθύρων.
Δεμένη με τις ηλιαχτίδες
χαζεύω ξάπλα στο κρεβάτι
τη ζεστή τη σκόνη
που κολυμπά αργά κι ελεύθερη
μέσα στο φως.
Γλιστράει ο αέρας
θερμός μα καθάριος,
ελαφρύς, ζωογόνος.
Τρίζουν τα φύλλα των σκόρπιων βιβλίων
ανοιγμένα στο πάτωμα.
Μια φωτογραφία ξεφεύγει απ’ το μεταλλικό ράφι
και ύπταται στο φως.
Το σεντόνι ανάλαφρο
και φευγαλέο σα χάδι μελλοντικού εραστή.
Καλοκαίριασε και ο χρόνος τεντώνεται νωχελικά
μες στο ευρύχωρο πρωινό.
Σηκώνομαι.
Γόνατα κι αγκώνες ξεκλειδώνουν
οι φτέρνες γειώνουν το βάρος του σώματος
κι η πλάτη ανατριχιάζει ξαφνικά μονάχη.
Πλησιάζω το παράθυρο, κάνω το μάτια δυο σχισμές,
κοιτάζω έξω.
Μια λευκή ανάσα σκάει καυτή πάνω στο πρόσωπό μου.
Στον λεπτό, αβαθή ορίζοντα
μια γαλάζια γραμμή με καλεί στην ερεθιστική παγωνιά της.
Κι είν’ η γλυκιά προσμονή του αναπόφευκτου
που κινεί τη μέρα:
Να γλιστρώ μες στο νερό με δυο χέρια στοιβαρά,
ακούραστα και λιοκαμμένα
κι ο πόνος στις φτέρνες να χαθεί
σαν το λευκό απ’ τα χαλίκια
μες στα κύματα.
Μία βουτιά
και πάλι έξω - σαν τον τεχνήτη γλάρο-
στην ανάσα του μεσημεριού.
Και να’ναι είναι η ψύχρα της, ζωή στους πόρους του κορμιού μου,
χίλιες μικρές καρφίτσες φως.
Thursday, October 18, 2007
Καλαμαρια
Από τον έκτο όροφο θάλασσα κι ουρανός
δρόμος ανοιχτός ως τον Όλυμπο
ένα αδιαπέραστο μαύρο.
Τα φώτα της πόλης βουβά αστέρια στο Θερμαϊκό.
Νεκρές, μικρές ώρες.
Η φωτογραφία σου στο άγνωστο δωμάτιο
Φως.
Βγαίνω μες στη νύχτα.
Η ζωή σου πριν από μένα, μυστήριο νοτισμένο άχλη.
Ψιλαφώ την παρουσία σου στους υγρούς τοίχους
οσφραίνομαι τα σημάδια σου στις κίτρινες
λάμπες του δρόμου.
Άχρονη, αόρατη, αβαρής
γλιστρώ στη ζωή σου εγκυμονώντας τον έρωτά μου για σένα.
(Γέννησα στο Ε. Βενιζέλος, στις αφίξεις, το επόμενο μεσημέρι)
Θερμαικος

Κυριακές του χειμώνα στην πόλη- αλλάζεις
το δέρμα σα φίδι- πετάς
τις παλιές σου σκιές- αράζεις
στον πρόδηλο, ανέλπιστο ήλιο και φεύγεις
μακριά απ’ του χρόνου τα ερείπιαº
φωνάζεις
στα φύλλα ν’ αλλάξουν, να ελπίσουν- πετάς
μες στις λεύκες στις άσπρες πλατείες- γελάς
στου χειμώνα τις βουβές απεργίες- χαζεύεις
στους δρόμους της άνοιξης.
Κυριακές του χειμώνα στην πόλη- ανάβεις
καντήλι χρωμάτινο βλέμμα σκυφτό- πλαταγίζεις
τη γεύση μιας πόλης χωμένης ως τον κρόταφο
στο βρώμικο, κρύο, σπερμάτινο νερό
της γαλήνης.
Θερμαϊκός, βραδάκι°
αέρας πνιχτός σηκώνει ένα σούρουπο απ' την ανατολή
πελαγίσιο
του πλανήτη παιδί μη φοβάσαι εδώ
είναι η πόλη της λήθης του τρόμου
της ανάγκης, ακόρεστης, για γλυκιά μοναξιά.
Είναι πολύτιμο άρωμα λιγνής ελευθερίας.
Τα στήθια σου άνοιξε, ρούφα βαθιά.
Τους δρόμους της παίρνεις - αφήνεις
να χάξουν σωροί ρομαλέων, ανάδελφων χρόνων
κοιτάζεις, μια, πίσω τις μνήμες που γδύνεις
μυρίζεις μπροστά την αιώνια σκουριά.
Στους δρόμους παιδιά κατεβαίνουν μιλούνια
κρατάνε στα χέρια λουλούδια αετούς
τραμπάλες και μπάλες χωρούς και τραγούδια
καλώς ήρθες ξένε, ανοίγει η πόλη
σε κόρφο υγρό να σε κλείσει,
τις μνήμες του κόσμου να σβήσει.
Σε βρήκε σα βγήκε παγανιά για τρελλούς.
Κυριακή του χειμώνα στην πόλη - κουρνιάζεις
σε παίρνει ο ύπνος, παστός και βαρύς.
Η πόλη απ’έξω γελά κι επιμένει
πως κάπου εδώ γύρω ξεβράζονται όλα
στον κρύο αγέρα, σ’αυγή μοιροβόλα
η μοίρα κοκάλωσε.
Κι εσύ πια το ξέρεις-
ο χρόνος σα φίδι κουλούρι γυρίζει
σε σπάσει σε τσακίζει σε ξαναγεννά
Λύσ’ τα δεσμά του παράλυτου ονείρου
για κοίτα τριγύρου-
επιτέλους, στεριά.
Thursday, May 04, 2006
Πλάκα
Είναι πρωί και ο ήλιος μπαίνει ζεστός και λευκός μέσα από το παράθυρο της κουζίνας στο σπίτι στην Πλάκα. Κάνει τη βρύση να γυαλίζει στο φως και θρέφει τα πράσινα φυλλαράκια από τα φυτά που κουρνιάζουν αγκαλιασμένα στη γωνία του λευκού λακαριστού πάγκου,δίπλα στο παράθυρο.
Ησυχία. Μόνο τα σπουργίτια τιτιβίζουν στους πρόποδες της Ακρόπολης και οι ήχοι της Αθήνας, που ξεχύνεται ολόγυρα στα πόδια του σπιτιού, δε φτάνουν να ενοχλήσουν τα μόρια της σκόνης που αιωρούνται ανέμελα μέσα στο χώρο.
Δίπλα στην κουζίνα, ένα δωμάτιο με λευκά σεντόνα και ξανθό ξύλο στο πάτωμα, σκιερό απ’τα κλειστά παντζούρια. Ένα λευκό κομοδίνο με μία μεταλλική λάμπα με βραχίονα, μία συρόμενη ντουλάπα που μυρίζει κέδρο και μία ανεπαίσθητη μυρωδιά ζέστης δένουν με το φώς που μπαίνει από την πόρτα που συνορεύει με την κουζίνα. Πάνω στο κρεβάτι τα σεντόνια έχουν στριφογυρίσει ανάμεσα στα δύο σώματα που, σχεδόν ολοκληρωτικά ξεσκέπαστα, ακουμπούν διακριτικά το ένα τ’άλλο.
Γυρίζω στο πλευρό μου και χώνω το πρόσωπό μου μέσα στα καστανόξανθα μαλλιά σου, στο σβέρκο σου. Μυρίζεις άνοιξη. Έξω οι πρώτες νεραντζιές έχουν ανθίσει και η Αθήνα γεμίζει από την ευωδιά των ανθέων τους.
Είναι Σάββατο πρωί, προχωρημένος Μάης, και όλη η μέρα μάς γνέφει να τη γευτούμε μέχρι το μεδούλι. Αλλά για την ώρα, άσε με να κάτσω εδώ, δίπλα στο κοιμησμένο σου σώμα, πάνω από τα δροσερά και ακατάστατα σεντόνια, προσπαθώντας να προσανατολιστώ στη μέρα που ξυπνά. Ήλιος, κουζίνα, σφαλιστά πατζούρια, αδιόρατη ζέστη, γαλήνια ησυχία, το βάρος του σώματος σου στο δωμάτιο. Ευτυχία.
Friday, March 10, 2006
Ταξίδι στο Broadstairs
σ’ εκείνο το παράλογο ταξίδι στη νοτιοανατολική Αγγλία;
Πώς, απόγευμα ακόμα, είχε νυχτώσει η μέρα
-καταχείμονο-
κι εμείς σταθήκαμε να ρουφήξουμε τρυφερά στρείδια στο Whitstable
σε μια έρημη, κρύα, τραχιά παραλία
που αγρίευε την ψυχή σου
ανάμεσα στα σκοτεινά, ρημαγμένα μπανγκαλόους του καλοκαιριού;
Πώς μες στη νύχτα φτάσαμε στο Margate
κι η λουτρόπολη σαν από βιβλίο να ξεπηδούσε
ένα ξεκούρδιστο καρουσέλ από ταινία τρόμου
-φωτάκια γιρλάντες’δω κι εκεί-
που γυρίζαμε ξανά
και ξανά
με τ'αυτοκίνητο
μήπως και βρούμε κάπου να ξαποστάσουμε,
να ξεχάσουμε την υγρασία,
τους κίτρινους, κοσμοπολίτικους γλόμπους της,
παράφωνους στο συριγμό του χειμώνα;
Κάποια στιγμή μια στάση.
Μια ζεστή μπύρα δίπλα στη φωτιά μιας κόκκινης παμπ
και πάλι πίσω στο στενό επαρχιακό δρόμο
με την πυκνή βλάστηση
μια παχύρρευστη σκιά τριγύρω
ώσπου βρεθήκαμε, τυχαία, στο Broadstairs.
Η θάλασσα χτυπούσε μανιασμένη το μώλο
κι έκανε την μύτη μας να καίει απ΄την αρμύρα.
Το’ξερες πως ο Ντίκενς έγραφε εκεί,
τις μέρες της καλοκαιρινής του αίγλης,
κοιτώντας την ίδια θάλασσα που αντικρίσαμε
σαν ξυπνησαμε το πρωί,
-το νερό τραβηγμένο απ’ την ακτή
σα σκεπάσματα πεταμένα απ’ το κρεβάτι,
λες και τεντωνόταν η ξηρά να λιαστεί στον πρωινό ήλιο;
Να θυμάσαι, άραγε,
πώς έγιναν το μεσημέρι κατάλευκα τα δάχτυλά μας,
οι τσέπες των μπουφάν μας,
απ’ την κιμωλία στην παραλία του Ramsgate;
Χιλιόμετρα νωπής άμμου
κι εμείς αφήσαμε τα χνάρια απ’ τα βαριά παπούτσια μας
για να τα σβήσει αργότερα η παλίρροια-
κάθε χαρά εφήμερη.
Κι όταν πια μπήκαμε στο Brighton, γελούσες!
Λες και μ’ είχες φέρει σε δικό σου σπίτι.
Σ΄ ακολουθούσα σαν παιδί μες στα στενά για να παρκάρω
μεθυσμένη απ΄ τη χαρά της φωνής σου: από εδώ!
Και πήραμε τα πόδια μας κι ανεβήκαμε στα στενοσόκακα
ανάμεσα σε χιλιάδες άλλους
που είχαν ξεχυθεί στο ίδιο λούνα παρκ.
Καθίσαμε σ’ ένα λευκό τραπέζι
σ’ ένα λευκό εστιατόριο
με τους ήχους των γύρω θαμώνων ζαλάδα
μέχρι που βράδιασε°
και τότε πήραμε το δρόμο του γυρισμού
-the London Road
Και, αποκαμωμένες πια, μες στη νύχτα,
μπήκαμε πάλι στην πολύβουη πόλη
που διόλου δεν κατάλαβε την απουσία μας
λες και ο χρόνος είχε αλήθεια σταματήσει
τις δύο εκείνες μέρες
γεμάτες σα βδομάδα.
Sunday, February 12, 2006
Be one of us, be Best : a manifesto
Η νυχτερινή πολιτεία στραγγίζει τον ιδρώτα της πάνω απ'τα ηχεία
οι ψυχές της -ορυμαγδός- ξεχύνονται στους δρόμους:
μια υπόκοφα ρυθμική ησυχία.
Με μπολιάζεις, πόλη, με τα δείγματα συνειρμών που προσφέρεις-
παιχνίδια πρόσκαιρα.
Στήνω το ραδιόφωνο σκοπό, να φυλά τις φευγαλέες ονειρώξεις μου.
Σε μια κραυγή σε ζω, δίχως χρόνο,δίχως τόπο.
Τσαντήρι ο χρόνος- δε βρίσκεις;
Χτύπα με αν τολμάς
της θνησιμότητας κουβάρι, χούφτα μου γιομάτη δίψα,
μπουνιά ατελέσφορη δραματουργείας
στο καραβάνι του χρόνου.
Αυτάρκη ύπαρξη που ξεγελάς κάθε νύχτα με ζωή το θάνατο
πιες πριν σε τελειώσει της μέρας ο μαγνήτης
το παρελθόν άδραξε κι άγιασέ το στο παρόν-
όλα να γίνουν ένα.
Φύση μου θνητή, δε σε φοβάμαι.
Ζω τα ψίχουλα, τις στιγμές που μου χάραξες για ύπαρξη.
Βουίζει το αίμα μου στο αίμα των ανθρώπων που γεύτηκα.
Ενώνομαι μαζί τους για να σε χλευάσω.
Εδώ είμαι, δες, τι κι αν μου κάνεις, έζησα.
Κι όσο θυμάμαι, τόσο θα σε νικώ
με μια παντιέρα υφασμένη απ'τ'άρωμα τους.
Θνητή μα θριαμβεύουσα, τραγουδώ στις ασώματες στέγες της στιγμής.


