Showing posts with label Ποίηση. Show all posts
Showing posts with label Ποίηση. Show all posts

Thursday, April 11, 2013

Ιn a room in central Athens


half-drawn blinds, light in strips, floating
dust, and viscous, roosting curtains.
Shadows lurk in corners, jump out
in the afternoon rattling the house.
A red, phosphorescent telephone
illuminates with each call from the beyond.
Long cord on the terrazzo (yellow
with grey chips) from the fitted carpet
to the lounge to the hallway to the kitchen
(solid marble sink, feta cheese
stuck in the strainer, smell of green soap)
the light from the fridge left half-open.
The voice of butter crying in the wilderness.
Outside the window, lunatic asylum TV antennas
blather all together, but each one yells its own.
And every nightfall, the windows clatter
in remote and yellow conversations
lest they graze the scorching, frozen boulevards.
Locked up people, listening to locked-up people.

Saturday, August 20, 2011

In Between / Ταλάντευση


     
Taught, like thick and soaked ropes, trying
to bring Aegean shores together,
and like those shorelines which appear
and disappear at the edge of horizons,
back and forth my untamable heart is lost and found
in salt-thick currents that open and heal all wounds.

And my body, the sun, light –
rises over one shore, setting on the other,
a sliver of moon peel embracing a star through dawn.
And the still-heard prayers robed in blue
remind of summers, the dried red earth,
when I could see the unknown shore
but only from a distance.

My foregone land, I’m since suspended
between the hope and fear that you might lure me
once again, unexpectedly, sweetly.
I kept your songs to fill my nights but all that I was left with
were muezzins’ chants for lullabies, and a void
bottomless as the sea, a sadness. And then
the bitterness of iodine that heals all wounds.


(Trans: Adrianne Kalfopoulou and the author)


-----




Σαν τα χοντρά και τα βρεγμένα
σχοινιά,  που το Αιγαίο, τεντωμένα, πάνε να ενώσουν,
και τη στεριά που μια σιμώνει και μια αφήνεται
στου ορίζοντα το βάθος –
έτσι η καρδιά μου, πέρα-δώθε, βάρκα αδούλωτη,
χάνεται κι επιστρέφει, με το κύμα και τ’αλάτι
που ανοίγουν κι επουλώνουν τις πληγές.

Και το κορμί μου ήλιος, φως,
σηκώνεται στη μια στεριά και δύει
στην άλλη, σα λευκή απ’το φεγγάρι φλούδα,
μ’ένα αστέρι αγκαλιά μέχρι να ξημερώσει.
Κι οι προσευχές που ακόμα λέν, ντυμένες στα γαλάζια,
σαν κοκκινόχωμα ξερό, θυμίζουν καλοκαίρια
που μόνο απ’ αντίκρυ έβλεπα τις άγνωστες ακτές.

Απαρνημένη γη, έκτοτε αιωρούμαι
ελεύθερη, με την ελπίδα και το φόβο
μήπως γλυκάνεις ξαφνικά. Και τα τραγούδια σου
τα φύλαξα, νυχτέρια να γεμίσουν,
μα μού ‘μειναν νανούρισμα μονάχα αμανέδες
κι ένα κενό, σαν πέλαγος απύθμενο, μια λύπη·
κι ύστερα η πίκρα απ’το ιώδιο που θρέφει τις πληγές.

Mr. Nietzsche / Ο κύριος Νίτσε



A lack of a system is all very well,
Mr. Nietzsche
    (and so damned honest – no doubt about it –
    since the mind is such a muddle
    and the uttered thoughts are weapons –
    sharp, inadequate)

but was all that perhaps merely an excuse
so that others could do the dirty work?

For nothing is more exasperating
than a slothful hand
and a bunch of people demanding
   an explanation
   an explanation!
so you end up saying what you didn’t want to say at all
so you end up forgetting
and end up getting muddled.
And what’s more, they blame you
for your lack of rhythm and clarity, for your lack of weapons.
As if the world were a well-tuned clock.

So – you said – it’s  better to write just as it comes
and let others pull the chestnuts out of the fire.

I know what I want to say,
I know what I believe in. How well I know
what pitfalls are in store for lovers
of truth and clarity.
Whoever wants to find out
has to go it alone.
I can’t be bothered with plumbing the depths of my mind.
(To say nothing of this world.)

Weapons only lead to pointless and brutal wars.

(translated by Richard Pierce & Stamatis Pollenakis)


-----

Ωραία και καλή η απουσία συστήματος
κε Νίτσε
(και ειλικρινέστατη -δε λέω-
μιας και το μυαλο είναι κουβάρι μπερδεμένο
κι οι όποιες ειπωμένες σκέψεις, όπλα –
αιχμηρά· ανεπαρκή)
αλλά μήπως όλα αυτά ήταν μια δικαιολογία
για να κάνουν όλη τη βρωμοδουλειά οι άλλοι;
Γιατί τι πιο εκνευριστικό
από ένα χέρι οκνηρό
κι ένα μάτσο ανθρώπους που απαιτούν
να τους εξηγήσεις
να τους εξηγήσεις!
μέχρι άλλα θες να πεις κι άλλα να λες
μέχρι που ξεχνάς
και μπερδεύεσαι.
Και σου τη λένε κι από πάνω που ρυθμό
και καθαρότητα δεν έχεις, οπλοστάσιο.
Λες κι είναι κόσμος καλοκουρδισμένο ρολογάκι.
Ας τα γράψω -είπες- καλύτερα, όπως μου ‘ρχονται
κι ας βγάλουν οι άλλοι το φίδι απ’ την τρύπα.
Εγώ ξέρω τι θέλω να πω,
ξέρω τι πιστεύω. Ξέρω εγώ ο κόσμος
τι παγίδες τρέφει για της αλήθειας
και της καθαρότητας τους λάτρεις.
Όποιος άλλος θε να μάθει
ας κάτσει μόνος του να βρει την άκρη.
Βαριέμ’ εγώ να εξηγώ τα βάθη του μυαλού μου.
(Χώρια του κόσμου τούτου).
Τα όπλα μόνο ανούσιους κι αιμοσταγείς πολέμους φέρνουν.




Wednesday, April 27, 2011

ΤΟ ΕΡΩΤΙΚΟ ΤΟΥ ΑΙΜΙΛΙΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΔΗ ΚΑΙ ΤΗΣ ΛΕΫΛΑ ΟΖΤΟΥΡΚ (The Books' Journal, τεύχος 7, Μάιος 2011)






Το σώμα σου, εύπλαστο, στιλπνό, βραδυγλιστρά κάτω απ’ το άγγιγμά μου·
το τεντωμένο μπλε του Αιγαίου ζαρώνει και μαζεύεται, και
η προγιαγιά μου καβαλικεύει τα φτερά, ανάποδα, της βάρκας 
και βγαίνει στην ξηρά, αρχίζει την πορεία της όπισθεν, απ’ τη Σμύρνη,
βήμα το βήμα, σύρσιμο ανάστροφο και προς τα πίσω,
μ’ ήχους που μοιάζουν με των δίσκων τις αντίθετες στροφές.
Όταν σ’ αγγίζω, 
ο μουεζίνης βάφει την πόλη χρυσαφιά, κι οι θείοι μου 
αναπατούν κι εισέρχονται στην πράσινη αυλή τους, λες 
και το σπίτι τούς ρουφά και τους τραβάει πίσω 
σα να’ τανε δεμένοι στους τοίχους με ζωνάρια. Οι χειροπέδες 
τους ανοίγουν και μαζεύονται, κλαγγούν όλες μαζί,
σαν ένα ατσάλινο τσαμπί στη ζώνη δεκανέα.
Σα με φιλάς, 
η ανάσα του προπάππου μου εισβάλει στα πνευμόνια, 
το σώμα του τραντάζεται ξανά προς τη ζωή. Φίδι-σχοινί ξεσφίγγεται 
λασκάρει προς το χώμα, έρπει κατόπιν και τυλίγεται στα χέρια στρατιώτη.
Κι ο πάππος σκουντουφλά εμπρός, τα χέρια τον αφήνουν, 
και πέφτει αυτός διστακτικά στην κόρη του επάνω, 
και γραπωμένος βρίσκεται απ’ τα πουκάμισά της. Τα δάκρυά του 
ανέρχονται και χώνονται στα μάτια. Το αίμα εξατμίζεται ζεστό απ’ την ποδιά της.
Τ’ άλογα και τ’  άρματα γλιστρούν απ’ τ’ Ακχισάρ
μες το λιοπύρι, μ’ όπισθεν, ρουφώντας τους καπνούς τους.
Ξαπλώνεις πάνω μου, αφήνοντας το βάρος.
Τζιτζίκια τραγανίζουνε θαμπά το καλοκαίρι.
Και πίσω απ’ τις κουρτίνες, η πεδιάδα λούζεται τη ζέστη,
ο δρόσος εξατμίζεται, γεννάει οφθαλμαπάτες. Αιώνα πριν, 
στο μέτωπο σηκώνεται ένα χέρι και, τον ορίζοντα θωρώντας, 
προς Άγκυρα μεριά, αναρωτιέται αμίλητα : τι να’ ναι 
η σκόνη που σηκώνεται, σαλεύει κι αλυχτά;

Monday, May 26, 2008

Che Il Mediterraneo Sia

Το πιο περίεργο απ’όλα είναι πως δεν πρόλαβα να σε γνωρίσω,
πως οι πτυχές του μυαλού σου είναι ακόμα για μένα
ένα μυστήριο μεστό για εξερεύνηση.

Δεν πρόλαβα να σου πω πως ο λογαριασμός λήγει και πρέπει να τον πληρώσουμε!
Πως τα ψώνια θα έρθουν στις 2 και μήπως μπορείς να περάσεις να πάρεις ένα μπουκάλι γάλα που μας λείπει;

Πως τα πρώτα τραγούδια που ακούσαμε μαζί είναι ακόμα καινούργια
και πως δεν έχουμε βάψει ακόμα το σπίτι
- ούτε αυτό που υπάρχει
-ούτε εκείνο που θα 'ρχόταν

Δεν πρόλαβα να σου πω πως σ'ευχαριστώ για τα σιδερωμένα ρούχα μου
και πως τα λουλουδάκια μας έπιασαν επιτέλους,
ρίζωσαν αγάπη.

Πως, τώρα που το γόνατό σου έγιανε,
θα πάρουμε καινούργιο ποδήλατο για τις βόλτες μας
πάνω, κάτω και γύρω από την Ακρόπολη.

Δεν πρόλαβα να σου πω
πως η Αθήνα μοσχοβολά επειδή είσαι μέσα της
και πως όλες οι άλλες πόλεις είναι άδειες, γελοίες και ανισόρροπες.
Δεν πρόλαβα.
Να σου πω.
Πως έχω φυλάξει τόσα χρόνια για μας
που, πια, κανείς άλλος δε χωράει μέσα τους.

Monday, May 05, 2008

Ο λογιστής


Για δες, μάνα, πώς κυλούνε τα χρόνια
κουβάρια κλωστές
σ’ ανήλιαγα περιθώρια.

Πώς τρίζει ο κόσμος γύρω σου
σε κάθε βήμα
μες τη σιωπή που βασιλεύει πριν το τέλος.

Χαλασμένα παραθυρόφυλλα οι μνήμες
κρέμονται απ΄τους μεντεσέδες του μυαλού.
Κι η ζωή αλήτης άπατρις
κι αστείο βρώμικο, πνιγηρό κι ιδρωμένο
απρεπές για το ξεραμένο χώμα της γης.

Για δες τις ώρες που γίνονται λάμες
και πέφτουν μία μία
σχίζοντας τον αέρα με τον αιχμηρό τους ήχο.

Πώς η Γη συρρικνώνεται σ’ένα δωμάτιο
κι οι τοίχοι γίνονται ήπειροι
και οι κουρτίνες θάλασσες
κι ο κόσμος σιγεί απ’ έξω
σα χάρτινο σκηνικό.

Να μπορούσα, μάνα, να προσθέσω
λίγα χρόνια ακόμα
στο λογαριασμό σου.
Απ’το πουγκί να έβγαζα
παρτίδες φυλαγμένες.

Σου φύλαξα τ’απογεύματα και τα πρωινά
που έχασες σαν κοιμόσουν.

Thursday, January 17, 2008

Βάπτιση

Ξυπνώ
μες τη λαμπρή λιακάδα
που μπαίνει στο δωμάτιο δεσμίδες,
φιλτραρισμένη απ’ τις σίτες των παραθύρων.
Δεμένη με τις ηλιαχτίδες
χαζεύω ξάπλα στο κρεβάτι
τη ζεστή τη σκόνη
που κολυμπά αργά κι ελεύθερη
μέσα στο φως.

Γλιστράει ο αέρας
θερμός μα καθάριος,
ελαφρύς, ζωογόνος.
Τρίζουν τα φύλλα των σκόρπιων βιβλίων
ανοιγμένα στο πάτωμα.
Μια φωτογραφία ξεφεύγει απ’ το μεταλλικό ράφι
και ύπταται στο φως.
Το σεντόνι ανάλαφρο
και φευγαλέο σα χάδι μελλοντικού εραστή.

Καλοκαίριασε και ο χρόνος τεντώνεται νωχελικά
μες στο ευρύχωρο πρωινό.

Σηκώνομαι.
Γόνατα κι αγκώνες ξεκλειδώνουν
οι φτέρνες γειώνουν το βάρος του σώματος
κι η πλάτη ανατριχιάζει ξαφνικά μονάχη.
Πλησιάζω το παράθυρο, κάνω το μάτια δυο σχισμές,
κοιτάζω έξω.
Μια λευκή ανάσα σκάει καυτή πάνω στο πρόσωπό μου.
Στον λεπτό, αβαθή ορίζοντα
μια γαλάζια γραμμή με καλεί στην ερεθιστική παγωνιά της.

Κι είν’ η γλυκιά προσμονή του αναπόφευκτου
που κινεί τη μέρα:
Να γλιστρώ μες στο νερό με δυο χέρια στοιβαρά,
ακούραστα και λιοκαμμένα
κι ο πόνος στις φτέρνες να χαθεί
σαν το λευκό απ’ τα χαλίκια
μες στα κύματα.
Μία βουτιά
και πάλι έξω - σαν τον τεχνήτη γλάρο-
στην ανάσα του μεσημεριού.
Και να’ναι είναι η ψύχρα της, ζωή στους πόρους του κορμιού μου,
χίλιες μικρές καρφίτσες φως.

Thursday, October 18, 2007

Καλαμαρια

Καλαμαριά. Νύχτα.
Από τον έκτο όροφο θάλασσα κι ουρανός
δρόμος ανοιχτός ως τον Όλυμπο
ένα αδιαπέραστο μαύρο.
Τα φώτα της πόλης βουβά αστέρια στο Θερμαϊκό.
Νεκρές, μικρές ώρες.
Η φωτογραφία σου στο άγνωστο δωμάτιο
Φως.
Βγαίνω μες στη νύχτα.
Η ζωή σου πριν από μένα, μυστήριο νοτισμένο άχλη.
Ψιλαφώ την παρουσία σου στους υγρούς τοίχους
οσφραίνομαι τα σημάδια σου στις κίτρινες
λάμπες του δρόμου.
Άχρονη, αόρατη, αβαρής
γλιστρώ στη ζωή σου εγκυμονώντας τον έρωτά μου για σένα.

(Γέννησα στο Ε. Βενιζέλος, στις αφίξεις, το επόμενο μεσημέρι)

Θερμαικος


Κυριακές του χειμώνα στην πόλη- αλλάζεις
το δέρμα σα φίδι- πετάς
τις παλιές σου σκιές- αράζεις
στον πρόδηλο, ανέλπιστο ήλιο και φεύγεις
μακριά απ’ του χρόνου τα ερείπιαº
φωνάζεις
στα φύλλα ν’ αλλάξουν, να ελπίσουν- πετάς
μες στις λεύκες στις άσπρες πλατείες- γελάς
στου χειμώνα τις βουβές απεργίες- χαζεύεις
στους δρόμους της άνοιξης.

Κυριακές του χειμώνα στην πόλη- ανάβεις
καντήλι χρωμάτινο βλέμμα σκυφτό- πλαταγίζεις
τη γεύση μιας πόλης χωμένης ως τον κρόταφο
στο βρώμικο, κρύο, σπερμάτινο νερό
της γαλήνης.


Θερμαϊκός, βραδάκι°
αέρας πνιχτός σηκώνει ένα σούρουπο απ' την ανατολή
πελαγίσιο
του πλανήτη παιδί μη φοβάσαι εδώ
είναι η πόλη της λήθης του τρόμου
της ανάγκης, ακόρεστης, για γλυκιά μοναξιά.
Είναι πολύτιμο άρωμα λιγνής ελευθερίας.
Τα στήθια σου άνοιξε, ρούφα βαθιά.

Τους δρόμους της παίρνεις - αφήνεις
να χάξουν σωροί ρομαλέων, ανάδελφων χρόνων
κοιτάζεις, μια, πίσω τις μνήμες που γδύνεις
μυρίζεις μπροστά την αιώνια σκουριά.
Στους δρόμους παιδιά κατεβαίνουν μιλούνια
κρατάνε στα χέρια λουλούδια αετούς
τραμπάλες και μπάλες χωρούς και τραγούδια
καλώς ήρθες ξένε, ανοίγει η πόλη
σε κόρφο υγρό να σε κλείσει,
τις μνήμες του κόσμου να σβήσει.
Σε βρήκε σα βγήκε παγανιά για τρελλούς.

Κυριακή του χειμώνα στην πόλη - κουρνιάζεις
σε παίρνει ο ύπνος, παστός και βαρύς.
Η πόλη απ’έξω γελά κι επιμένει
πως κάπου εδώ γύρω ξεβράζονται όλα
στον κρύο αγέρα, σ’αυγή μοιροβόλα
η μοίρα κοκάλωσε.
Κι εσύ πια το ξέρεις-
ο χρόνος σα φίδι κουλούρι γυρίζει
σε σπάσει σε τσακίζει σε ξαναγεννά
Λύσ’ τα δεσμά του παράλυτου ονείρου
για κοίτα τριγύρου-
επιτέλους, στεριά.

Thursday, May 04, 2006

Πλάκα

Είναι πρωί και ο ήλιος μπαίνει ζεστός και λευκός μέσα από το παράθυρο της κουζίνας στο σπίτι στην Πλάκα. Κάνει τη βρύση να γυαλίζει στο φως και θρέφει τα πράσινα φυλλαράκια από τα φυτά που κουρνιάζουν αγκαλιασμένα στη γωνία του λευκού λακαριστού πάγκου,δίπλα στο παράθυρο.
Ησυχία. Μόνο τα σπουργίτια τιτιβίζουν στους πρόποδες της Ακρόπολης και οι ήχοι της Αθήνας, που ξεχύνεται ολόγυρα στα πόδια του σπιτιού, δε φτάνουν να ενοχλήσουν τα μόρια της σκόνης που αιωρούνται ανέμελα μέσα στο χώρο.
Δίπλα στην κουζίνα, ένα δωμάτιο με λευκά σεντόνα και ξανθό ξύλο στο πάτωμα, σκιερό απ’τα κλειστά παντζούρια. Ένα λευκό κομοδίνο με μία μεταλλική λάμπα με βραχίονα, μία συρόμενη ντουλάπα που μυρίζει κέδρο και μία ανεπαίσθητη μυρωδιά ζέστης δένουν με το φώς που μπαίνει από την πόρτα που συνορεύει με την κουζίνα. Πάνω στο κρεβάτι τα σεντόνια έχουν στριφογυρίσει ανάμεσα στα δύο σώματα που, σχεδόν ολοκληρωτικά ξεσκέπαστα, ακουμπούν διακριτικά το ένα τ’άλλο.
Γυρίζω στο πλευρό μου και χώνω το πρόσωπό μου μέσα στα καστανόξανθα μαλλιά σου, στο σβέρκο σου. Μυρίζεις άνοιξη. Έξω οι πρώτες νεραντζιές έχουν ανθίσει και η Αθήνα γεμίζει από την ευωδιά των ανθέων τους.
Είναι Σάββατο πρωί, προχωρημένος Μάης, και όλη η μέρα μάς γνέφει να τη γευτούμε μέχρι το μεδούλι. Αλλά για την ώρα, άσε με να κάτσω εδώ, δίπλα στο κοιμησμένο σου σώμα, πάνω από τα δροσερά και ακατάστατα σεντόνια, προσπαθώντας να προσανατολιστώ στη μέρα που ξυπνά. Ήλιος, κουζίνα, σφαλιστά πατζούρια, αδιόρατη ζέστη, γαλήνια ησυχία, το βάρος του σώματος σου στο δωμάτιο. Ευτυχία.

Friday, March 10, 2006

Ταξίδι στο Broadstairs

Θυμάσαι που είχαμε βρεθεί στο Broadstairs
σ’ εκείνο το παράλογο ταξίδι στη νοτιοανατολική Αγγλία;

Πώς, απόγευμα ακόμα, είχε νυχτώσει η μέρα
-καταχείμονο-
κι εμείς σταθήκαμε να ρουφήξουμε τρυφερά στρείδια στο Whitstable
σε μια έρημη, κρύα, τραχιά παραλία
που αγρίευε την ψυχή σου
ανάμεσα στα σκοτεινά, ρημαγμένα μπανγκαλόους του καλοκαιριού;

Πώς μες στη νύχτα φτάσαμε στο Margate
κι η λουτρόπολη σαν από βιβλίο να ξεπηδούσε
ένα ξεκούρδιστο καρουσέλ από ταινία τρόμου
-φωτάκια γιρλάντες’δω κι εκεί-
που γυρίζαμε ξανά
και ξανά
με τ'αυτοκίνητο
μήπως και βρούμε κάπου να ξαποστάσουμε,
να ξεχάσουμε την υγρασία,
τους κίτρινους, κοσμοπολίτικους γλόμπους της,
παράφωνους στο συριγμό του χειμώνα;
Κάποια στιγμή μια στάση.
Μια ζεστή μπύρα δίπλα στη φωτιά μιας κόκκινης παμπ
και πάλι πίσω στο στενό επαρχιακό δρόμο
με την πυκνή βλάστηση
μια παχύρρευστη σκιά τριγύρω
ώσπου βρεθήκαμε, τυχαία, στο Broadstairs.

Η θάλασσα χτυπούσε μανιασμένη το μώλο
κι έκανε την μύτη μας να καίει απ΄την αρμύρα.
Το’ξερες πως ο Ντίκενς έγραφε εκεί,
τις μέρες της καλοκαιρινής του αίγλης,
κοιτώντας την ίδια θάλασσα που αντικρίσαμε
σαν ξυπνησαμε το πρωί,
-το νερό τραβηγμένο απ’ την ακτή
σα σκεπάσματα πεταμένα απ’ το κρεβάτι,
λες και τεντωνόταν η ξηρά να λιαστεί στον πρωινό ήλιο;


Να θυμάσαι, άραγε,
πώς έγιναν το μεσημέρι κατάλευκα τα δάχτυλά μας,
οι τσέπες των μπουφάν μας,
απ’ την κιμωλία στην παραλία του Ramsgate;
Χιλιόμετρα νωπής άμμου
κι εμείς αφήσαμε τα χνάρια απ’ τα βαριά παπούτσια μας
για να τα σβήσει αργότερα η παλίρροια-
κάθε χαρά εφήμερη.

Κι όταν πια μπήκαμε στο Brighton, γελούσες!
Λες και μ’ είχες φέρει σε δικό σου σπίτι.
Σ΄ ακολουθούσα σαν παιδί μες στα στενά για να παρκάρω
μεθυσμένη απ΄ τη χαρά της φωνής σου: από εδώ!
Και πήραμε τα πόδια μας κι ανεβήκαμε στα στενοσόκακα
ανάμεσα σε χιλιάδες άλλους
που είχαν ξεχυθεί στο ίδιο λούνα παρκ.
Καθίσαμε σ’ ένα λευκό τραπέζι
σ’ ένα λευκό εστιατόριο
με τους ήχους των γύρω θαμώνων ζαλάδα
μέχρι που βράδιασε°

και τότε πήραμε το δρόμο του γυρισμού
-the London Road

Και, αποκαμωμένες πια, μες στη νύχτα,
μπήκαμε πάλι στην πολύβουη πόλη
που διόλου δεν κατάλαβε την απουσία μας
λες και ο χρόνος είχε αλήθεια σταματήσει
τις δύο εκείνες μέρες
γεμάτες σα βδομάδα.




Sunday, February 12, 2006

Be one of us, be Best : a manifesto

Τετάρτη πρωινή Σαββάτου-
Η νυχτερινή πολιτεία στραγγίζει τον ιδρώτα της πάνω απ'τα ηχεία
οι ψυχές της -ορυμαγδός- ξεχύνονται στους δρόμους:
μια υπόκοφα ρυθμική ησυχία.

Με μπολιάζεις, πόλη, με τα δείγματα συνειρμών που προσφέρεις-
παιχνίδια πρόσκαιρα.
Στήνω το ραδιόφωνο σκοπό, να φυλά τις φευγαλέες ονειρώξεις μου.
Σε μια κραυγή σε ζω, δίχως χρόνο,δίχως τόπο.

Τσαντήρι ο χρόνος- δε βρίσκεις;

Χτύπα με αν τολμάς
της θνησιμότητας κουβάρι, χούφτα μου γιομάτη δίψα,
μπουνιά ατελέσφορη δραματουργείας
στο καραβάνι του χρόνου.
Αυτάρκη ύπαρξη που ξεγελάς κάθε νύχτα με ζωή το θάνατο
πιες πριν σε τελειώσει της μέρας ο μαγνήτης
το παρελθόν άδραξε κι άγιασέ το στο παρόν-
όλα να γίνουν ένα.

Φύση μου θνητή, δε σε φοβάμαι.
Ζω τα ψίχουλα, τις στιγμές που μου χάραξες για ύπαρξη.
Βουίζει το αίμα μου στο αίμα των ανθρώπων που γεύτηκα.
Ενώνομαι μαζί τους για να σε χλευάσω.
Εδώ είμαι, δες, τι κι αν μου κάνεις, έζησα.
Κι όσο θυμάμαι, τόσο θα σε νικώ
με μια παντιέρα υφασμένη απ'τ'άρωμα τους.

Θνητή μα θριαμβεύουσα, τραγουδώ στις ασώματες στέγες της στιγμής.