Friday, March 10, 2006

Ταξίδι στο Broadstairs

Θυμάσαι που είχαμε βρεθεί στο Broadstairs
σ’ εκείνο το παράλογο ταξίδι στη νοτιοανατολική Αγγλία;

Πώς, απόγευμα ακόμα, είχε νυχτώσει η μέρα
-καταχείμονο-
κι εμείς σταθήκαμε να ρουφήξουμε τρυφερά στρείδια στο Whitstable
σε μια έρημη, κρύα, τραχιά παραλία
που αγρίευε την ψυχή σου
ανάμεσα στα σκοτεινά, ρημαγμένα μπανγκαλόους του καλοκαιριού;

Πώς μες στη νύχτα φτάσαμε στο Margate
κι η λουτρόπολη σαν από βιβλίο να ξεπηδούσε
ένα ξεκούρδιστο καρουσέλ από ταινία τρόμου
-φωτάκια γιρλάντες’δω κι εκεί-
που γυρίζαμε ξανά
και ξανά
με τ'αυτοκίνητο
μήπως και βρούμε κάπου να ξαποστάσουμε,
να ξεχάσουμε την υγρασία,
τους κίτρινους, κοσμοπολίτικους γλόμπους της,
παράφωνους στο συριγμό του χειμώνα;
Κάποια στιγμή μια στάση.
Μια ζεστή μπύρα δίπλα στη φωτιά μιας κόκκινης παμπ
και πάλι πίσω στο στενό επαρχιακό δρόμο
με την πυκνή βλάστηση
μια παχύρρευστη σκιά τριγύρω
ώσπου βρεθήκαμε, τυχαία, στο Broadstairs.

Η θάλασσα χτυπούσε μανιασμένη το μώλο
κι έκανε την μύτη μας να καίει απ΄την αρμύρα.
Το’ξερες πως ο Ντίκενς έγραφε εκεί,
τις μέρες της καλοκαιρινής του αίγλης,
κοιτώντας την ίδια θάλασσα που αντικρίσαμε
σαν ξυπνησαμε το πρωί,
-το νερό τραβηγμένο απ’ την ακτή
σα σκεπάσματα πεταμένα απ’ το κρεβάτι,
λες και τεντωνόταν η ξηρά να λιαστεί στον πρωινό ήλιο;


Να θυμάσαι, άραγε,
πώς έγιναν το μεσημέρι κατάλευκα τα δάχτυλά μας,
οι τσέπες των μπουφάν μας,
απ’ την κιμωλία στην παραλία του Ramsgate;
Χιλιόμετρα νωπής άμμου
κι εμείς αφήσαμε τα χνάρια απ’ τα βαριά παπούτσια μας
για να τα σβήσει αργότερα η παλίρροια-
κάθε χαρά εφήμερη.

Κι όταν πια μπήκαμε στο Brighton, γελούσες!
Λες και μ’ είχες φέρει σε δικό σου σπίτι.
Σ΄ ακολουθούσα σαν παιδί μες στα στενά για να παρκάρω
μεθυσμένη απ΄ τη χαρά της φωνής σου: από εδώ!
Και πήραμε τα πόδια μας κι ανεβήκαμε στα στενοσόκακα
ανάμεσα σε χιλιάδες άλλους
που είχαν ξεχυθεί στο ίδιο λούνα παρκ.
Καθίσαμε σ’ ένα λευκό τραπέζι
σ’ ένα λευκό εστιατόριο
με τους ήχους των γύρω θαμώνων ζαλάδα
μέχρι που βράδιασε°

και τότε πήραμε το δρόμο του γυρισμού
-the London Road

Και, αποκαμωμένες πια, μες στη νύχτα,
μπήκαμε πάλι στην πολύβουη πόλη
που διόλου δεν κατάλαβε την απουσία μας
λες και ο χρόνος είχε αλήθεια σταματήσει
τις δύο εκείνες μέρες
γεμάτες σα βδομάδα.




No comments: